Παλινδρόμηση στο βρέφος, φυσιολογικό φαινόμενο ή νόσος;

Η πλειοψηφία των βρεφών τους πρώτους μήνες της ζωής εμφανίζει γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση γάλακτος πολλές φορές το 24ωρο και αυτό ισχύει και για θηλάζοντα και για βρέφη που σιτίζονται τροποποιημένο γάλα με μπουκάλι. Το φαινόμενο αυτό κορυφώνεται μετά το δεύτερο μήνα έως και τον τέταρτο μήνα της ζωής και είναι αποτέλεσμα της κατανάλωσης μεγαλύτερης ποσότητας γάλακτος ανά γευμα στην ηλικία αυτή, της παραμονής του βρέφους αρκετή ώρα σε ύπτια θέση και του χαλαρού ακόμη οισοφαγικού σφιγκτήρα του βρέφους. Ο σφιγκτήρας του οισοφάγου φυσιολογικά κλείνει το στομάχι και δεν αφήνει το περιεχόμενο να γυρνάει προς τα πάνω μετά το γεύμα, αλλά στα βρέφη ο μηχανισμός αυτός είναι ανώριμος και συχνά το περιεχόμενο του στομάχου παλινδρομεί στον οισοφάγο ή και τη στοματική κοιλότητα. 

Κλινικά παρατηρούμε ένα βρέφος που μπορεί να βγάζει αρκετές γουλίες μέσα στην ημέρα αμέσως μετά τη σίτιση του ή και αρκετή ώρα μετά, ένα βρέφος που έχει συχνά λόξυγκα και γκρινιάζει ή είναι ανήσυχο όταν τοποθετείται σε ύπτια θέση. Συνήθως η πρόσληψη βάρους του βρέφους δεν επηρεάζεται και το φαινομενο υποχωρεί χωρίς θεραπεία, καθώς το βρέφος μεγαλώνει και αρχίζει να περνάει περισσότερο χρόνο σε καθιστή θέση. Μετά τον τέταρτο μήνα συνήθως είναι ικανό να κάθεται με στήριξη σε καρεκλάκι και μετά τον έκτο μήνα και χωρίς στήριξη. 

Επίσης καθώς γίνεται η εισαγωγή στερεών τροφών στη διατροφή του βρέφους κατα το διάστημα αυτό μειώνεται η παλινδρόμηση καθώς οι στερεές τροφές είναι πιο πυκνές σε σύσταση και έτσι παλινδρομούν λιγότερο από το στομάχι. Το φαινόμενο της παλινδρόμησης συνήθως υποχωρεί αυτόματα μετά τους 12 με 18 μήνες ζωής στις περισσότερες περιπτώσεις.

Παρόλα αυτά, υπάρχει μία μικρή ομάδα βρεφών που μπορεί να εμφανίσουν παλινδρομική νόσο, δηλαδή να έχουν τόσο έντονη παλινδρόμηση που αυτό να επηρεάζει τη συνολική σίτιση και αύξηση τους. Συχνά πρόκειται για πρόωρα βρέφη ή άλλα που εμφανίζουν αλλεργία στην πρωτεΐνη του αγελαδινού γάλακτος η οποία εκδηλώνεται με την εικόνα της έντονης παλινδρόμησης, έως και δυσκαταποσίας. Δυσκαταποσία ονομάζουμε τη δυσκολία του βρέφους να καταπιεί, κάτι που οδηγεί σε διακοπτόμενη σίτιση ή και άρνησης σίτισης και τελικά καταλήγει σε μειωμένη λήψη τροφής και χαμηλή πρόσληψη βάρους. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται εξέταση του βρέφους και παρατήρηση ενός γεύματος και δίνονται συγκεκριμένες οδηγίες ανάλογα με την περίπτωση. Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις η νόσος υποχωρεί, χρειάζεται όμως συχνά να χορηγηθεί ειδικό υποαλλεργικό γάλα ή να χορηγηθούν αναστολείς αντλίας πρωτονίων σε περίπτωση οισοφαγίτιδας του βρέφους. 

Παρακολουθείται η αύξηση και η συνολική ανάπτυξη του στη συνέχεια. 

Γενικά για την πρόληψη της παλινδρομικής νόσου στα βρέφη συστήνεται ο πλήρης και αποκλειστικός θηλασμός ακολουθώντας τις ενδείξεις πείνας του βρέφους.

Και όταν γίνεται σίτιση με μπουκάλι, συστήνονται τα συχνά και μικρά γεύματα με βάση τις ενδείξεις πείνας του μωρού. Επιπλέον χρειάζεται να παραμένει όρθιο μετά τη σίτιση του για αρκετη ωρα τους πρώτους μήνες, μέχρι να είναι αναπτυξιακά ώριμο να κάθεται με ασφάλεια σε καρεκλάκι ( τρίτο με τέταρτο μήνα ζωής περίπου).